Η τέχνη της παύσης στην Οδοντιατρική: Γιατί το «να μην κάνεις τίποτα» μπορεί να σε κάνει καλύτερο επαγγελματία
22 Σεπτεμβρίου 2026
Της Μαρίας Αντωνιάδου
Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Οδοντιατρικής Επαγγελματικής Πρακτικής Οδοντιατρική Σχολή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών |
Οδοντίατρος | Πανεπιστημιακός | Ερευνήτρια | Συγγραφέας | Ακαδημαϊκή και Επιστημονική Υπεύθυνη Προγραμμάτων Συνεχιζόμενης Εκπαίδευσης
Η Τέχνη της Παύσης
Ζούμε περιτριγυρισμένοι από εργαλεία που υπόσχονται ότι θα μας εξοικονομήσουν χρόνο. Το λογισμικό οργανώνει τα ραντεβού, οι υπενθυμίσεις αποστέλλονται αυτόματα, οι ενδοστοματικοί σαρωτές επιταχύνουν τη ροή εργασίας, η τεχνητή νοημοσύνη συντάσσει κείμενα και το κινητό μάς επιτρέπει να απαντάμε παντού και πάντοτε. Κι όμως, πολλοί οδοντίατροι νιώθουν μονίμως πίσω: πίσω από το πρόγραμμα, πίσω από τις οικονομικές υποχρεώσεις, πίσω από την επιστημονική ενημέρωση, πίσω ακόμη και από την προσωπική τους ζωή.
Το παράδοξο είναι προφανές: όσο περισσότερα μέσα διαθέτουμε για να κερδίζουμε χρόνο, τόσο λιγότερο αισθανόμαστε ότι έχουμε.
Ίσως, λοιπόν, το πρόβλημα να μην είναι η τεχνολογία. Ίσως είναι η ιστορία που έχουμε μάθει να λέμε για την αξία μας: ότι είμαστε σημαντικοί όταν είμαστε απασχολημένοι, υπεύθυνοι όταν είμαστε διαθέσιμοι και επιτυχημένοι όταν το ημερολόγιό μας δεν έχει ούτε μία κενή γραμμή. Στην Οδοντιατρική, όπου η ακρίβεια, η ευθύνη και η παραγωγικότητα συναντώνται καθημερινά πάνω από την οδοντιατρική έδρα, αυτή η ιστορία γίνεται ιδιαίτερα επικίνδυνη.
Το βιβλίο της Celeste Headlee Do Nothing: How to Break Away from Overworking, Overdoing, and Underliving - θα μπορούσαμε να αποδώσουμε την κεντρική του ιδέα ως «Η τέχνη του να μην κάνεις τίποτα»- δεν είναι ένα κάλεσμα στην οκνηρία. Είναι ένα κάλεσμα να σταματήσουμε να συγχέουμε τη ζωή με τη διαρκή παραγωγή έργου. Για τον οδοντίατρο, αυτή η διάκριση δεν αφορά μόνο την προσωπική ευεξία. Αφορά την κλινική κρίση, την ασφάλεια του ασθενούς, τη λειτουργία της ομάδας και τελικά τη βιωσιμότητα ολόκληρου του ιατρείου.
Η λατρεία της αποδοτικότητας δεν είναι φυσικός νόμος
Για το μεγαλύτερο μέρος της ανθρώπινης ιστορίας, η εργασία δεν αποτελούσε μια πλήρως διαχωρισμένη ζώνη ζωής με ωράρια, δείκτες και μετρήσιμη απόδοση ανά λεπτό. Συνδεόταν με το φως, τις εποχές, τις ανάγκες της κοινότητας, τις θρησκευτικές εορτές, τη συγκομιδή, την ανάπαυση και το παιχνίδι. Οι ιστορικές εκτιμήσεις για τις ώρες εργασίας στις προβιομηχανικές κοινωνίες διαφέρουν και δεν επιτρέπουν ρομαντικές γενικεύσεις· η ζωή τότε ήταν συχνά σκληρή και επισφαλής. Ωστόσο, ένα στοιχείο είναι σαφές: η Βιομηχανική Επανάσταση άλλαξε ριζικά όχι μόνο το πόσο εργαζόμαστε, αλλά κυρίως το πώς αντιλαμβανόμαστε τον χρόνο.
Ο ιστορικός E. P. Thompson περιέγραψε τη μετάβαση από την εργασία που οργανώνεται γύρω από το έργο και τον φυσικό ρυθμό στην εργασία που πειθαρχείται από το ρολόι. Οι μηχανές μπορούσαν να λειτουργούν χωρίς κόπωση· οι άνθρωποι, όμως, όχι. Παρ’ όλα αυτά, ο εργαζόμενος άρχισε να αντιμετωπίζεται σαν εξάρτημα της παραγωγικής μηχανής: μετρήσιμο, επιταχυνόμενο και, εάν χρειαστεί, αντικαταστάσιμο.
Το οδοντιατρείο του 21ου αιώνα δεν είναι εργοστάσιο του 19ου. Μπορεί, όμως, εύκολα να υιοθετήσει την ίδια λογική. Ο ασθενής γίνεται «περιστατικό», η συνεδρία «παραγωγική ώρα», το κενό στο πρόγραμμα «χαμένη έδρα» και η ημέρα αξιολογείται σχεδόν αποκλειστικά από τον τζίρο. Η οικονομική βιωσιμότητα είναι απολύτως αναγκαία. Όταν όμως κάθε λεπτό μετατρέπεται μόνο σε χρηματική μονάδα, ο κλινικός χρόνος χάνει τις άλλες λειτουργίες του: να ακούσει, να σκεφτεί, να ελέγξει, να εξηγήσει, να προλάβει ένα λάθος.
Όταν ο χρόνος γίνεται μόνο χρήμα
Η φράση του Benjamin Franklin «ο χρόνος είναι χρήμα» περιγράφει εύστοχα μια οικονομική πραγματικότητα. Δεν αποτελεί, όμως, πλήρη φιλοσοφία ζωής. Οι Sanford DeVoe και Julian House έδειξαν πειραματικά ότι όταν οι άνθρωποι παρακινούνται να αποτιμήσουν τον χρόνο τους ως ωρομίσθιο, γίνονται πιο ανυπόμονοι και αντλούν λιγότερη ευχαρίστηση ακόμη και από μια ευχάριστη εμπειρία, όπως η ακρόαση μουσικής.
Η αντιστοιχία με την οδοντιατρική καθημερινότητα είναι άμεση. Όταν ο οδοντίατρος κοστολογεί νοητικά κάθε καθυστέρηση, μπορεί να βιώσει ως προσωπική προσβολή τα δέκα λεπτά που χρειάζεται ένας φοβικός ασθενής για να νιώσει ασφαλής. Μπορεί να διακόψει πρόωρα μια συζήτηση, να βιαστεί να περάσει στον επόμενο ασθενή ή να συνεχίσει να εργάζεται ενώ η συγκέντρωσή του έχει ήδη μειωθεί.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι μετράμε τον χρόνο. Ένα σωστά οργανωμένο ιατρείο οφείλει να γνωρίζει το κόστος της έδρας, τον χρόνο των πράξεων και τη δυναμικότητα της ομάδας του. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η μέτρηση παύει να είναι εργαλείο διοίκησης και γίνεται μέτρο ανθρώπινης αξίας.
Η ανάπαυση τότε μοιάζει με ενοχή. Το κενό με αποτυχία. Η άρνηση ενός ακόμη περιστατικού με επαγγελματική ανεπάρκεια. Και η μόνιμη εξάντληση με παράσημο.
Δεν είναι παράσημο. Είναι προειδοποίηση.
Ο εξαντλημένος οδοντίατρος δεν είναι πιο αφοσιωμένος
Η επαγγελματική εξουθένωση στους οδοντιάτρους δεν αποτελεί ατομικό ελάττωμα ούτε ένδειξη ότι κάποιος «δεν αντέχει αρκετά». Συστηματικές ανασκοπήσεις συνδέουν το burnout με αυξημένες απαιτήσεις, υψηλό εργασιακό στρες, πολλές ώρες εργασίας και χαρακτηριστικά του κλινικού περιβάλλοντος. Η εξουθένωση επηρεάζει την υγεία και την επαγγελματική απόδοση, ενώ η νεότερη βιβλιογραφία εξετάζει πλέον και τη σχέση της με την πρόθεση αποχώρησης από το επάγγελμα και την ασφάλεια των ασθενών.
Η οδοντιατρική εργασία είναι λεπτή χειρωνακτική πράξη, σύνθετη λήψη αποφάσεων, συναισθηματική εργασία και διοικητική ευθύνη ταυτόχρονα. Ο επαγγελματίας καλείται να διαχειριστεί πόνο, φόβο, οικονομικές αντιρρήσεις, απαιτήσεις αισθητικής, απρόβλεπτες επιπλοκές, προσωπικό, προμηθευτές, ψηφιακά συστήματα και κανονιστικές υποχρεώσεις, συχνά μέσα στην ίδια ώρα.
Σε αυτό το περιβάλλον, η παύση δεν είναι πολυτέλεια. Είναι μέτρο κλινικού κινδύνου.
Μια μικρή ζώνη ανάμεσα σε δύο απαιτητικά περιστατικά μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την ολοκλήρωση των σημειώσεων, τον έλεγχο μιας ακτινογραφίας, την αποφόρτιση της ομάδας ή απλώς για μερικές αναπνοές χωρίς οθόνη. Δεν παράγει άμεσα έσοδο, αλλά μπορεί να αποτρέψει επανάληψη, παρεξήγηση, λανθασμένη καταχώριση ή κακή επικοινωνία. Το «κενό» στο πρόγραμμα δεν είναι πάντοτε κενό. Συχνά είναι υποδομή ποιότητας.
Το multitasking είναι γρήγορη εναλλαγή - και έχει κόστος
Ο μύθος του multitasking ταιριάζει ιδανικά στην εικόνα του σύγχρονου επαγγελματία: απαντά σε μήνυμα ενώ ακούει την ενημέρωση της βοηθού, ελέγχει το εργαστήριο ενώ υπογράφει παραπεμπτικό και ρίχνει μια ματιά στο επόμενο ιστορικό την ώρα που ο προηγούμενος ασθενής διατυπώνει την τελευταία του ανησυχία.
Ο εγκέφαλος, όμως, δεν εκτελεί αποτελεσματικά πολλές απαιτητικές γνωστικές εργασίες παράλληλα. Εναλλάσσει την προσοχή του και πληρώνει κάθε φορά ένα κόστος επαναπροσανατολισμού. Η κλασική μελέτη των Ophir, Nass και Wagner έδειξε ότι άτομα με έντονη χρήση πολλαπλών μέσων δυσκολεύονταν περισσότερο να φιλτράρουν άσχετες πληροφορίες και να ελέγχουν την προσοχή τους. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε ταυτόχρονη δραστηριότητα είναι επιβλαβής, αλλά ότι η συνεχής διάσπαση δεν είναι υπερδύναμη· είναι γνωστικός φόρος.
Στην κλινική πράξη, ο φόρος αυτός μπορεί να εμφανιστεί ως λησμονημένη πληροφορία, ελλιπής καταγραφή, ακούσια απότομη συμπεριφορά ή αίσθηση ότι «δούλευα όλη μέρα και δεν ολοκλήρωσα τίποτα». Γι’ αυτό χρειάζονται σαφή όρια: άλλος χρόνος για τον ασθενή, άλλος για την καταγραφή, άλλος για τις διοικητικές αποφάσεις. Η μονοεστιακή προσοχή δεν είναι καθυστέρηση. Είναι ακρίβεια.
Ακόμη και η ιδέα ότι το ταχύτερο μέσο οδηγεί πάντοτε σε καλύτερη μάθηση χρειάζεται προσοχή. Η γνωστή μελέτη των Mueller και Oppenheimer υποστήριξε ότι η χειρόγραφη λήψη σημειώσεων μπορεί να ενισχύει την εννοιολογική επεξεργασία σε σύγκριση με την κατά λέξη πληκτρολόγηση, αν και μεταγενέστερες επαναλήψεις έδωσαν πιο σύνθετα αποτελέσματα. Το ουσιαστικό μήνυμα δεν είναι «χαρτί καλό, υπολογιστής κακός». Είναι ότι η ταχύτητα καταγραφής δεν ταυτίζεται κατ’ ανάγκη με το βάθος κατανόησης. Το ίδιο ισχύει για ένα επιστημονικό άρθρο, ένα θεραπευτικό σχέδιο και μια συζήτηση με τον ασθενή.
Η δεύτερη βάρδια δεν τελειώνει όταν κλείνει το ιατρείο
Η πίεση της διαρκούς απόδοσης δεν κατανέμεται ισότιμα. Η έννοια της «δεύτερης βάρδιας», που ανέδειξε η κοινωνιολόγος Arlie Hochschild, περιγράφει την απλήρωτη οικιακή και φροντιστική εργασία που συχνά ακολουθεί την αμειβόμενη εργασία. Ακόμη και όταν οι πρακτικές δουλειές μοιράζονται, το αόρατο νοητικό φορτίο -ραντεβού, προμήθειες, σχολικές υποχρεώσεις, ανάγκες συγγενών, οικογενειακός συντονισμός- εξακολουθεί συχνά να βαρύνει περισσότερο τις γυναίκες.
Για πολλές γυναίκες οδοντιάτρους, λοιπόν, η έξοδος από το ιατρείο δεν σημαίνει ανάπαυση αλλά αλλαγή βάρδιας. Η διαδεδομένη αντίληψη ότι «οι γυναίκες είναι από τη φύση τους καλύτερες στο multitasking» δεν αποτελεί προνόμιο· λειτουργεί συχνά ως βολική δικαιολογία για άνιση κατανομή εργασίας. Η λύση δεν είναι να εκπαιδευτεί κανείς να αντέχει περισσότερα. Είναι να γίνουν ορατές, να κατανεμηθούν και να περιοριστούν οι απαιτήσεις.
Το ιατρείο δεν πρέπει να εισβάλλει σε όλη τη ζωή
Η βιομηχανική λογική έχει περάσει πλέον και στον ιδιωτικό χρόνο. Το χόμπι πρέπει να γίνει δεξιότητα ή δεύτερο εισόδημα. Η βόλτα πρέπει να μετρηθεί σε βήματα. Η άσκηση πρέπει να βελτιστοποιηθεί. Η ανάγνωση πρέπει να παράγει σημειώσεις. Ακόμη και η συνάντηση με φίλους χωρά ανάμεσα σε δύο ειδοποιήσεις.
Η υπερ-βελτιστοποιημένη ζωή μοιάζει αποτελεσματική, αλλά γίνεται εύθραυστη. Δεν αφήνει χώρο για ασθένεια, καθυστέρηση, αυθορμητισμό, πένθος, παιχνίδι ή απλή ανθρώπινη παρουσία. Και όταν το σπίτι μετατρέπεται σε δεύτερο γραφείο, η αποκατάσταση δεν συμβαίνει ποτέ πραγματικά.
Η συνεχής συνδεσιμότητα ενισχύει το πρόβλημα. Το smartphone είναι ένα μικρό φορητό ιατρείο: email, μηνύματα ασθενών, οικονομικές εφαρμογές, φωτογραφίες περιστατικών, επιστημονικές ομάδες και κοινωνικά δίκτυα βρίσκονται στην ίδια οθόνη. Το νευρικό σύστημα δεν λαμβάνει ποτέ σαφές μήνυμα ότι η εργάσιμη ημέρα ολοκληρώθηκε. Κάθε ειδοποίηση μπορεί να είναι επείγον ακόμη κι όταν δεν είναι.
Παράλληλα, η κοινωνική σύγκριση παραμορφώνει την αντίληψη της επιτυχίας. Βλέπουμε απομονωμένες εικόνες άψογων αποκαταστάσεων, εντυπωσιακών ιατρείων, γεμάτων αιθουσών και «τέλειων» ζωών. Δεν βλέπουμε το κόστος, τα λάθη, τα χρέη, τις συγκρούσεις ή την εξάντληση πίσω από την ανάρτηση. Το πρότυπο της διαρκούς τελειότητας -η επαγγελματική εκδοχή του μοντέλου Kardashian- γεννά την αίσθηση ότι όλοι προχωρούν γρηγορότερα από εμάς.
Η πρακτική απάντηση δεν είναι να πετάξουμε την τεχνολογία. Είναι να τη βάλουμε ξανά στη θέση του εργαλείου: να κλείσουμε τις εφαρμογές που μας κάνουν να αισθανόμαστε ανεπαρκείς, να ορίσουμε ώρες ψηφιακής διαθεσιμότητας και να μη μετατρέπουμε κάθε χώρο σε χώρο εργασίας.
Τι κάνει ο εγκέφαλος όταν «δεν κάνει τίποτα»;
Η αδράνεια δεν είναι νευρολογικό κενό. Όταν δεν είμαστε προσηλωμένοι σε ένα εξωτερικό έργο, ενεργοποιούνται λειτουργίες του λεγόμενου δικτύου προεπιλεγμένης λειτουργίας του εγκεφάλου (default mode network). Το δίκτυο αυτό συνδέεται με την αυτοαναφορική σκέψη, την ανάκληση προσωπικών αναμνήσεων, την κοινωνική νόηση, τη νοητική προσομοίωση του μέλλοντος και πλευρές της δημιουργικής σκέψης.
Η περιπλάνηση του νου δεν είναι πάντοτε ωφέλιμη - μπορεί να προκαλέσει διάσπαση ή μηρυκασμό. Όταν, όμως, έχει χώρο και δεν εκδηλώνεται σε κρίσιμη κλινική στιγμή, συμβάλλει στην επεξεργασία εμπειριών και στη δημιουργία νέων συνδέσεων. Πολλές καλές ιδέες για το ιατρείο δεν εμφανίζονται στη διάρκεια μιας ακόμη σύσκεψης, αλλά στο περπάτημα, στο ντους ή στη σιωπή μετά το τέλος της ημέρας.
Ακόμη και στις κοινωνίες των εντόμων, η αδράνεια δεν ισοδυναμεί κατ’ ανάγκη με αχρηστία. Μελέτες σε αποικίες μυρμηγκιών έχουν δείξει ότι μέρος των λιγότερο ενεργών εργατών μπορεί να λειτουργεί ως εφεδρικό δυναμικό όταν απομακρύνονται οι πιο δραστήριοι. Δεν χρειάζεται να μεταφέρουμε απλοϊκά τη βιολογία των μυρμηγκιών στους ανθρώπους. Η εικόνα, όμως, είναι χρήσιμη: ένα σύστημα στο οποίο όλοι λειτουργούν συνεχώς στο μέγιστο δεν διαθέτει εφεδρεία όταν κάτι πάει στραβά.
Το ίδιο ισχύει για την οδοντιατρική ομάδα. Εάν το ημερήσιο πρόγραμμα στηρίζεται μόνιμα στο 100% της αντοχής όλων, τότε μια καθυστέρηση εργαστηρίου, ένα επείγον περιστατικό ή μια απουσία προσωπικού αρκεί για να το καταρρεύσει. Η ανθεκτικότητα απαιτεί περιθώριο.
Από τη μοναχική υπεραπόδοση στη συλλογική ανθεκτικότητα
Η εικόνα του «μοναχικού λύκου» οδοντιάτρου, ο οποίος ελέγχει τα πάντα και δεν χρειάζεται κανέναν, δεν είναι ηρωική. Είναι διοικητικά ανεπαρκής και επαγγελματικά επικίνδυνη. Η πραγματική βιωσιμότητα χτίζεται με κατανομή ρόλων, σαφείς διαδικασίες, εκπαίδευση της ομάδας, εμπιστοσύνη και δυνατότητα αναπλήρωσης.
Η παύση, επομένως, δεν είναι μόνο ατομική τεχνική αυτοφροντίδας. Είναι οργανωτική αρχή. Ένα ιατρείο που προστατεύει διαλείμματα, προβλέπει χρόνο για την πρωινή ενημέρωση, δεν υπερφορτώνει συστηματικά την έδρα και επιτρέπει στην ομάδα να αναφέρει την κόπωση χωρίς φόβο δημιουργεί κουλτούρα ασφάλειας. Η ευθύνη δεν μπορεί να μετακυλίεται αποκλειστικά στον επαγγελματία με τη συμβουλή «κάνε γιόγκα και άντεξε». Όταν το σύστημα παράγει εξάντληση, χρειάζεται επανασχεδιασμό.
Η παύση ως πρωτόκολλο ποιότητας: έξι πρακτικές για το οδοντιατρείο
Δημιουργήστε μικρές ζώνες αποσυμπίεσης. Προβλέψτε 5–10 λεπτά μετά από απαιτητικά ή απρόβλεπτα περιστατικά. Δεν είναι χαμένος χρόνος αλλά χρόνος επαναφοράς, τεκμηρίωσης και ελέγχου.
Καθιερώστε μονοεστιακή κλινική επικοινωνία. Όταν μιλά ο ασθενής, μην απαντάτε ταυτόχρονα σε μηνύματα. Όταν γίνεται η καταγραφή, ολοκληρώστε την πριν περάσετε στην επόμενη διοικητική εργασία.
Ορίστε ψηφιακό ωράριο. Ενημερώστε με σαφήνεια ασθενείς και συνεργάτες για τα κανάλια και τους χρόνους απάντησης. Η διαθεσιμότητα 24/7 δεν είναι ποιότητα· είναι έλλειψη συστήματος.
Μετρήστε και το περιθώριο, όχι μόνο την πληρότητα. Ένα πρόγραμμα γεμάτο κατά 100% δεν είναι κατ’ ανάγκη επιτυχημένο. Παρακολουθήστε καθυστερήσεις, επαναλήψεις, υπερωρίες, λάθη καταγραφής, παράπονα και κόπωση της ομάδας.
Μην εμπορευματοποιείτε κάθε μορφή χαράς. Κρατήστε μια δραστηριότητα χωρίς στόχο επίδοσης, προβολής ή εισοδήματος. Ένα χόμπι δεν χρειάζεται επιχειρηματικό σχέδιο και μια βόλτα δεν χρειάζεται να γίνει προπόνηση.
Επανεξετάστε συλλογικά το πρόγραμμα. Η ομάδα γνωρίζει πού δημιουργείται η συμφόρηση. Μια σύντομη εβδομαδιαία συνάντηση μπορεί να αποκαλύψει προβλήματα που ο ιδιοκτήτης δεν βλέπει και να μετατρέψει την ατομική κόπωση σε κοινή οργανωτική γνώση.
Από τη γνώση στην καθημερινή διοίκηση του οδοντιατρείου
Η ανθεκτικότητα μιας οδοντιατρικής ομάδας δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά στην προσωπική αντοχή του οδοντιάτρου. Χρειάζεται σαφής κατανομή ρόλων, συντονισμός, συστηματική επικοινωνία και έναν κατάλληλα εκπαιδευμένο επαγγελματία που μπορεί να μετατρέπει τις καθημερινές απαιτήσεις σε οργανωμένη λειτουργία. Εδώ ακριβώς αναδεικνύεται ο σύγχρονος ρόλος του Dental Manager: δεν αποτελεί απλώς έναν διαχειριστή ραντεβού, αλλά τον κρίσιμο συνδετικό κρίκο ανάμεσα στην ηγεσία, το ανθρώπινο δυναμικό, τις διαδικασίες και την εμπειρία του ασθενούς.
Στο πλαίσιο αυτό, η εκπαιδευτική ομάδα DENTIST EDU | ΚΕΔΙΒΙΜ ΕΚΠΑ, με ακαδημαϊκή και επιστημονική υπεύθυνη την Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Μαρία Γ. Αντωνιάδου, υλοποιεί το DENTAL MANAGER – Ηγεσία, Διαχείριση και Συντονισμός Ομάδων, το πρώτο ολοκληρωμένο τετράμηνο πανεπιστημιακό πρόγραμμα στην Ελλάδα που εστιάζει συστηματικά στην οργάνωση και τη διοίκηση του ανθρώπινου δυναμικού των οδοντιατρείων.
Το πρόγραμμα απευθύνεται σε ιδιοκτήτες και στελέχη οδοντιατρείων, υπευθύνους υποδοχής, έμπειρους βοηθούς και επαγγελματίες που αναλαμβάνουν ρόλο συντονισμού. Μέσα από εκπαίδευση στην ηγεσία, την κατανομή αρμοδιοτήτων, τη διαχείριση της απόδοσης, την επικοινωνία, την πρόληψη συγκρούσεων και την ανάπτυξη λειτουργικών διαδικασιών, έρχεται να καλύψει ένα πραγματικό κενό της ελληνικής οδοντιατρικής αγοράς: τη μετάβαση από το ιατρείο που εξαρτάται από έναν εξαντλημένο οδοντίατρο στο ιατρείο που λειτουργεί ως ώριμη, συντονισμένη και υπεύθυνη ομάδα.
Γιατί η ουσιαστική παύση δεν εξασφαλίζεται απλώς κλείνοντας το κινητό. Εξασφαλίζεται όταν το οδοντιατρείο διαθέτει ανθρώπους, ρόλους και συστήματα που του επιτρέπουν να λειτουργεί σωστά χωρίς να στηρίζεται στη μόνιμη υπερένταση ενός μόνο προσώπου.
Επίλογος: Δεν είμαστε μηχανές βελτιστοποίησης
Η εργασία είναι σημαντικό μέρος της ταυτότητας, της δημιουργικότητας και της προσφοράς μας. Δεν είναι, όμως, η δικαιολογία της ύπαρξής μας. Οι τελικοί ανθρώπινοι στόχοι δεν είναι η πλήρης ατζέντα και η αδιάκοπη απόδοση. Είναι η υγεία, η αγάπη, η οικογένεια, οι φίλοι, η αίσθηση του ανήκειν, η δημιουργία και η προσφορά με διάρκεια.
Για τον οδοντίατρο, «να μην κάνει τίποτα» δεν σημαίνει να εγκαταλείψει τις ευθύνες του. Σημαίνει να αντισταθεί στην ιδέα ότι κάθε λεπτό πρέπει να αξιοποιείται, κάθε κενό να γεμίζει και κάθε ανθρώπινη λειτουργία να μετατρέπεται σε δείκτη απόδοσης. Σημαίνει να προστατεύσει τον χρόνο στον οποίο ανακτά καθαρή κρίση, θυμάται γιατί επέλεξε το επάγγελμα και επιστρέφει στον επόμενο ασθενή πραγματικά παρών.
Η καλή Οδοντιατρική δεν χρειάζεται μόνο γεμάτες ώρες. Χρειάζεται και χώρο ανάμεσά τους.
Βιβλιογραφία και προτεινόμενη ανάγνωση
- Headlee, C. Do Nothing: How to Break Away from Overworking, Overdoing, and Underliving. Harmony Books; 2020.
- Thompson, E.P. Time, Work-Discipline, and Industrial Capitalism. Past & Present. 1967;38(1):56–97. https://doi.org/10.1093/past/38.1.56
- Weber, M. The Protestant Ethic and the Spirit of Capitalism. Translated by Talcott Parsons. Routledge; 2001. Original work published 1905.
- Schor, J.B. The Overworked American: The Unexpected Decline of Leisure. Basic Books; 1992.
- DeVoe, S.E.; House, J. Time, money, and happiness: How does putting a price on time affect our ability to smell the roses? Journal of Experimental Social Psychology. 2012;48(2):466–474. https://doi.org/10.1016/j.jesp.2011.11.012
- Ophir, E.; Nass, C.; Wagner, A.D. Cognitive control in media multitaskers. Proceedings of the National Academy of Sciences. 2009;106(37):15583–15587. https://doi.org/10.1073/pnas.0903620106
- Mueller, P.A.; Oppenheimer, D.M. The pen is mightier than the keyboard: Advantages of longhand over laptop note taking. Psychological Science. 2014;25(6):1159–1168. https://doi.org/10.1177/0956797614524581
- Morehead, K.; Dunlosky, J.; Rawson, K.A. How much mightier is the pen than the keyboard for note-taking? A replication and extension of Mueller and Oppenheimer (2014). Educational Psychology Review. 2019;31:753–780. https://doi.org/10.1007/s10648-019-09468-2
- Hochschild, A.R.; Machung, A. The Second Shift: Working Families and the Revolution at Home. Revised ed. Penguin Books; 2012.
- Menon, V. 20 years of the default mode network: A review and synthesis. Neuron. 2023;111(16):2469–2487. https://doi.org/10.1016/j.neuron.2023.04.023
- Smallwood, J.; Schooler, J.W. The science of mind wandering: Empirically navigating the stream of consciousness. Annual Review of Psychology. 2015;66:487–518. https://doi.org/10.1146/annurev-psych-010814-015331
- Charbonneau, D.; Dornhaus, A. Who needs “lazy” workers? Inactive workers act as a reserve labor force replacing active workers, but inactive workers are not replaced when they are removed. PLOS ONE. 2017;12(9):e0184074. https://doi.org/10.1371/journal.pone.0184074
- Singh, P.; Aulak, D.S.; Mangat, S.S.; Aulak, M.S. Systematic review: Factors contributing to burnout in dentistry. Occupational Medicine. 2016;66(1):27–31. https://doi.org/10.1093/occmed/kqv119
- Moro, J.S.; Soares, J.P.; Massignan, C.; et al. Burnout syndrome among dentists: A systematic review and meta-analysis. Journal of Evidence-Based Dental Practice. 2022;22(3):101724. https://doi.org/10.1016/j.jebdp.2022.101724
Σημείωση
Το παρόν άρθρο δεν υποστηρίζει την αδράνεια εις βάρος της επαγγελματικής ευθύνης. Υποστηρίζει τη συνειδητή ανάπαυση, τα λειτουργικά όρια και τον σχεδιασμό εργασίας που προστατεύει την υγεία του επαγγελματία, την ομάδα και την ασφάλεια του ασθενούς.
